Episode 404

🌑 Μάνφρεντ του Λόρδου Μπάιρον – Η πάλη με τις δυνάμεις του σκότους

Δεν είναι έργο για «χαλαρή ακρόαση». Είναι έργο που σε πιάνει από τον λαιμό, όχι με φτηνό τρόμο, αλλά με το παγερό χέρι της ενοχής. Ο «Μάνφρεντ» δεν μπαίνει στη σκηνή για να μας ψυχαγωγήσει. Μπαίνει για να μας πει ότι η ψυχή μπορεί να γίνει δικαστής, δήμιος και κρατούμενος ταυτόχρονα. Κι ότι καμιά μαγεία, καμιά εξουσία, καμιά «ανώτερη γνώση» δεν καταργεί το ανείπωτο.

🧩 Υπόθεση με πυκνή σκιά

Ο Μάνφρεντ είναι ευγενής απομονωμένος στις Άλπεις της Βέρνης. Δεν πρόκειται για απλή σκηνική οδηγία. Είναι δήλωση κατάστασης: μοναξιά, σκοτάδι, μνήμη. Χρησιμοποιεί ξόρκια και καλεί επτά πνεύματα, πνεύματα της γης, του αέρα, του ωκεανού, των βουνών, των δυνάμεων. Τα πνεύματα τον δελεάζουν με βασιλεία, ισχύ και χρόνο. Μέσα του καίει μια μυστηριώδης ενοχή που συνδέεται με την Αστάρτη, την αγαπημένη του, η οποία πέθανε. Στην αρχή τον βρίσκουμε μόνο, μεσάνυχτα, σε γοτθική στοά. Το ίδιο το κείμενο ανοίγει με την ψυχρή υπογραφή της κατάστασης: «Manfred alone… Time, Midnight». Εκείνος ζητά ένα πράγμα: λήθη. Κι εκεί τσακίζει το έργο το πρώτο του «όχι»: δεν γίνεται. Το παρελθόν δεν ξαναγράφεται. Η ενοχή δεν διαπραγματεύεται. Η μνήμη δεν εξαγοράζεται. Ο Μάνφρεντ επιχειρεί να αυτοκτονήσει, μα η μοίρα, ή μια κατάρα, ή η ίδια του η επιβολή, τον εμποδίζει. Θα περάσει από τον κόσμο των ανθρώπων, θα συναντήσει τον κυνηγό των αγριοκάτσικων, θα καλέσει τη Νεράιδα των Άλπεων, θα φτάσει στο παλάτι του Αριμάν, θα ζητήσει την Αστάρτη, θα πάρει μια ελάχιστη αποκάλυψη

Καλεί επτά Πνεύματα, δυνάμεις του υλικού κόσμου, ζητώντας όχι πλούτη ούτε δύναμη, αλλά ένα πράγμα: λήθη. Τα Πνεύματα μπορούν να τάξουν πολλά, δεν μπορούν όμως να αλλάξουν το παρελθόν. Κι εδώ ο Μπάιρον καρφώνει το μαχαίρι: υπάρχουν πράγματα που δεν τα λύνει ούτε η υπερφυσική εξουσία. Η μνήμη δεν διαπραγματεύεται.

Ο Μάνφρεντ προσπαθεί να αυτοκτονήσει, αλλά κάτι τον εμποδίζει. Μια κατάρα, μια μοίρα, μια εσωτερική «απαγόρευση» του θανάτου. Θα συναντήσει τον Κυνηγό, θα καλέσει τη Νεράιδα των Άλπεων, θα κατέβει στο παλάτι του Αριμάν, θα ζητήσει να δει την Αστάρτη, θα ακούσει μια προφητεία για το τέλος του. Στο τέλος, όταν θα εμφανιστεί ο Ηγούμενος για να τον φέρει πίσω στον Θεό, ο Μάνφρεντ θα επιμείνει στο τελευταίο του δικαίωμα: να μη γίνει ιδιοκτησία κανενός, ούτε των πνευμάτων, ούτε της Εκκλησίας, ούτε της κοινωνικής ηθικής. Πεθαίνει όρθιος, όχι ως νικητής, αλλά ως άνθρωπος που αρνείται την υποταγή.

🎭 Πρόσωπα και χαρακτήρες με ψυχολογική ανάγνωση

Στο ομώνυμο βιβλίο του Μπάιρον καταγράφονται τα πρόσωπα: Manfred, Chamois Hunter, Abbot of St. Maurice, Witch of the Alps, Arimanes, Nemesis, The Destinies, Spirits κ.ά.

Το ενδιαφέρον είναι πως οι «άνθρωποι» είναι λίγοι και οι «δυνάμεις» πολλές. Γιατί ο Μάνφρεντ δεν πολεμά κοινωνία. Πολεμά σύμπαν.

🖤 Μάνφρεντ

Ο αρχετυπικός βυρωνικός ήρωας. Όχι «κακό παιδί» της λογοτεχνίας, αλλά ακραίος άνθρωπος, που η γνώση του έγινε βάρος. Ο Μάνφρεντ δεν ζητά συγχώρεση. Ζητά σβήσιμο. Αυτό είναι η πιο σκληρή μορφή τιμωρίας: να μην μπορείς ούτε να εξιλεωθείς ούτε να ξεχάσεις. Στην πρώτη του εμφάνιση δηλώνει ότι ο ύπνος δεν έρχεται. Η αϋπνία εδώ δεν είναι νεύρο. Είναι μεταφυσική ποινή. Και κάτι ακόμη: ο Μάνφρεντ δεν είναι θύμα των πνευμάτων. Είναι θύμα της υπερηφάνειας που δεν αντέχει να ζητήσει βοήθεια με ανθρώπινο τρόπο. Έχει ένα είδος «ηθικής αριστοκρατίας» που μοιάζει αξιοπρέπεια, αλλά συχνά είναι αδιέξοδο.

🏔️ Ο Κυνηγός των αγριοκάτσικων

Η υγιής ζωή. Ο άνθρωπος της πράξης, της επιβίωσης, της απλής ηθικής. Είναι ο αντίποδας του Μάνφρεντ: δεν φιλοσοφεί την άβυσσο, πατά στο χιόνι. Η παρουσία του δείχνει πως η λύτρωση, αν υπήρχε, θα ερχόταν από την ανθρώπινη σχέση. Ο Μάνφρεντ την απορρίπτει. Όχι επειδή δεν τον συγκινεί, αλλά επειδή δεν του αρκεί.

⛪ Ο Ηγούμενος

Ο θεσμός της σωτηρίας. Δεν εμφανίζεται ως δυνάστης, αλλά ως φωνή συμφιλίωσης. Κι όμως, μέσα στο έργο, η Εκκλησία είναι ένα ακόμη «σύστημα εξουσίας» που ζητά υποταγή. Ο Μάνφρεντ τον ευχαριστεί, αλλά δεν παραδίδεται. Αυτό το «όχι» δεν είναι αθεΐα. Είναι απόγνωση που δεν θέλει παρηγοριά-σύνθημα.

🌬️ Η Νεράιδα των Άλπεων, ο Αριμάν, η Νέμεση, τα Πνεύματα

Εδώ μπαίνει η μεγάλη ρομαντική ιδέα: το σύμπαν έχει φωνές. Κάθε στοιχείο της φύσης είναι δύναμη. Στις σκηνές των πνευμάτων, το έργο αποκτά μουσικότητα σχεδόν τελετουργική. Κι όμως, η «μαγεία» δεν λύνει τίποτα. Η Νέμεση είναι το πιο καθαρό σύμβολο: η δικαιοσύνη χωρίς τρυφερότητα. Όχι εκδίκηση, αλλά ισορροπία. Κι ο Μάνφρεντ ζητά το αδύνατο: να ακυρωθεί η ισορροπία.

🌑 Η Αστάρτη

Δεν είναι «ρόλος» με συμβατική έννοια. Είναι πληγή. Είναι μνήμη που έχει μορφή. Είναι το «ανείπωτο» του έργου. Και εκεί είναι η δύναμή της: δεν μας δίνεται για να την καταλάβουμε, αλλά για να νιώσουμε το βάρος της.

🕯️ Ιστορικό πλαίσιο: το σκάνδαλο που έριξε σκιά στο μελάνι

Μετά τον γάμο του με την Αναμπέλα Μίλμπανκ, η σχέση κατέρρευσε. Η Αναμπέλα έφυγε στις αρχές του 1816. Στη δημόσια σφαίρα άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για σεξουαλικές «ανηθικότητες», ανάμεσά τους και κατηγορίες ή υποψίες αιμομικτικής σχέσης με την ετεροθαλή αδελφή του, Αουγκούστα Λη. Η ίδια η Encyclopaedia Britannica αναφέρει ότι στη διάλυση του γάμου προστέθηκαν φήμες που εστίαζαν σε «alleged incestuous relations with Augusta Leigh» και στη διπλή σεξουαλικότητα.

Το αποτέλεσμα ήταν κοινωνικός λιθοβολισμός: επίθεση του Τύπου, απομόνωση, έξοδος από την Αγγλία. Η εικόνα του «καταραμένου» δεν ήταν μόνο ποιητική, ήταν και κοινωνική. Πολλές πηγές συνοψίζουν αυτό το κλίμα ως περίοδο όπου «φήμες για αιμομιξία» και άλλα σκάνδαλα έγιναν μέρος της δημόσιας καταδίκης του.

Το 1816 ο Μπάιρον βρίσκεται στην Ελβετία, στη ζώνη της λίμνης της Γενεύης. Εκεί, μέσα σε εκείνο το παράξενο καλοκαίρι που γέννησε ιστορίες φαντασμάτων και τροφοδότησε την ατμόσφαιρα του «Φρανκενστάιν», δημιουργείται το κατάλληλο κλίμα για έναν «Μάνφρεντ». Η Britannica περιγράφει το πλαίσιο της συνάντησης στην περιοχή της λίμνης Γενεύης και το περιβάλλον της Βίλα Ντιοντάτι.

Τι σημαίνει αυτό για την ανάγνωση του έργου;

Σημαίνει ότι ο «Μάνφρεντ» γράφεται όταν ο δημιουργός κουβαλά ήδη δημόσια «ενοχή» είτε αληθινή είτε κατασκευασμένη. Και το έργο, αντί να απολογηθεί, χτίζει έναν ήρωα που λέει: δεν θα δώσω την ψυχή μου στην κοινωνία για να με συγχωρέσει. Θα την κρατήσω, ακόμη κι αν με καταστρέψει.

Κι εδώ μπαίνει το πιο πικρό: ορισμένοι κριτικοί είδαν στην απαγορευμένη, ανώνυμη φύση της σχέσης Μάνφρεντ και Αστάρτης μια «σκιά» της φημολογούμενης σχέσης του Μπάιρον με την Αουγκούστα. Αυτή η ανάγνωση υπάρχει στον κριτικό λόγο, όχι ως αποδεικτικό, αλλά ως ερμηνευτικό ρεύμα.

Το έργο λοιπόν «αγγίζει το σκοτεινό» γιατί γράφεται μέσα στο σκοτεινό.

🔥 Το μήνυμα του έργου και η σύνδεση με το σήμερα

Το έργο λέει κάτι ξερό: το παρελθόν δεν αλλάζει. Ούτε με τεχνολογία, ούτε με εξουσία, ούτε με «πνευματικότητα». Σήμερα, που ζούμε μέσα σε μια κουλτούρα γρήγορης παρηγοριάς, ο Μάνφρεντ έρχεται και λέει: «Δεν θέλω λόγια. Θέλω σιωπή μέσα μου».

Είναι τρομακτικά σύγχρονο. Γιατί σήμερα βλέπεις ανθρώπους που «τα έχουν όλα» και μέσα τους δεν έχουν τίποτα, εκτός από ένα λάθος που δεν λέγεται. Κι αντί να ζητήσουν βοήθεια, χτίζουν κάστρα, καριέρες, εικόνες. Ο Μάνφρεντ είναι ο άρχοντας της εικόνας που δεν σώζει.

Και κάτι ακόμη: ο Μάνφρεντ είναι η ακραία εκδοχή της ατομικότητας. Δεν θέλει να ανήκει. Δεν θέλει να χρωστά. Δεν θέλει να υποταχθεί. Αυτό ακούγεται «ηρωικό», αλλά είναι και τραγικό. Γιατί ο άνθρωπος χωρίς δεσμό, χωρίς κοινότητα, χωρίς συγχώρεση, πεθαίνει από μέσα πριν πεθάνει από έξω. Σήμερα, που όλα λύνονται με ένα «άλλαξε mindset», ο Μάνφρεντ έρχεται και γελά πικρά. Σου λέει: δεν αλλάζει το παρελθόν. Δεν σβήνει. Το μόνο που αλλάζει είναι το κουράγιο να το κουβαλήσεις. Κι αν δεν το αντέξεις, δεν σε σώζει ούτε η μαγεία ούτε ο θεσμός ούτε η κοινωνική αποδοχή.

Ο Μάνφρεντ είναι η φιγούρα του ανθρώπου που δεν επιτρέπει να τον ορίσει κανείς. Όμως ο ίδιος ορίζει τον εαυτό του με το πιο σκληρό μέτρο. Αυτή η «αυτοκυριαρχία» μοιάζει υπεράνθρωπη, αλλά είναι και απάνθρωπη. Εκεί πατά ο Νίτσε αργότερα για να δει «υπεράνθρωπο», αλλά το έργο, αν το κοιτάξεις με καθαρό μάτι, δείχνει και το τίμημα: ο υπεράνθρωπος πληρώνει με μοναξιά.

👁️ Η προσωπική μου ματιά

Ο «Μάνφρεντ» είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που ζητά λήθη και παίρνει αλήθεια. Η λήθη είναι ανθρώπινη επιθυμία. Η αλήθεια είναι θεϊκή ποινή. Κι ανάμεσα στα δύο, στέκεται ο εγωισμός: όχι ο μικρός, ο καθημερινός, αλλά ο υπαρξιακός εγωισμός που λέει «μόνος μου».

Κάπου εκεί κρύβεται και το πιο πικρό μάθημα: δεν μας σκοτώνει το λάθος. Μας σκοτώνει η άρνηση να το κουβαλήσουμε μαζί με κάποιον άλλον.

Κι έτσι το έργο, αντί να κλείνει με λύτρωση που σε νανουρίζει, κλείνει με μια λύτρωση που πονά: ο άνθρωπος μπορεί να φύγει χωρίς να παραδοθεί, αλλά δεν μπορεί να σωθεί χωρίς να αγαπηθεί. Ο «Μάνφρεντ» δεν είναι έργο για να σε «διασκεδάσει». Είναι έργο για να σε δοκιμάσει. Σε βάζει να ακούσεις μια ψυχή που δεν ζητά συγχώρεση, αλλά σβήσιμο. Κι αυτό είναι πιο σκοτεινό από κάθε δαιμονικό επεισόδιο. Διότι ο δαίμονας εδώ δεν είναι ο Αριμάν, ούτε τα Πνεύματα. Είναι η μνήμη. Είναι η γνώση που δεν γυρίζει πίσω. Είναι το έγκλημα που δεν ονομάζεται, άρα δεν εξιλεώνεται. Κι αν ο «Φάουστ» του Γκαίτε είναι η τραγωδία της επιθυμίας για το «όλα», ο «Μάνφρεντ» είναι η τραγωδία του ανθρώπου που έχει ήδη «όλα» και δεν του μένει τίποτα άλλο από ένα «όχι». Όχι στην παρηγοριά, όχι στην υποταγή, όχι στην εύκολη μετάνοια, όχι στην εξαγορά της ψυχής με αντάλλαγμα τη λήθη.

✨ Τι είναι αυτό το έργο, θεατρικό ή ποίημα

Ο ίδιος ο Μπάιρον το δηλώνει: «A Dramatic Poem».

Με απλά λόγια, είναι δράμα γραμμένο σαν θέατρο, αλλά με νεύρο ποιητικό, εσωτερικό, «κλειστό» σαν τελετουργία. Δεν στηρίζεται στην εξωτερική δράση, αλλά στο εσωτερικό σπάσιμο. Η σκηνή είναι το βουνό, η νύχτα, η συνείδηση. Κι ο θεατής γίνεται σχεδόν εξομολογητής.

Ο τόπος επίσης δεν είναι τυχαίος. Στις «dramatis personae» ορίζεται ότι η δράση γίνεται «ανάμεσα στις ψηλές Άλπεις», με μέρος της στο κάστρο του Μάνφρεντ και μέρος στα βουνά.

Αυτό σημαίνει κάτι: το έργο ανεβαίνει κυριολεκτικά σε υψόμετρο, γιατί το ηθικό του βάρος δεν αντέχει πεζοδρόμιο.

🗝️ Στοχασμός

Ο «Μάνφρεντ» είναι το δράμα του ανθρώπου που δεν δέχεται να μετατρέψει την ενοχή σε αφήγηση εξιλέωσης. Θέλει να την κρατήσει ως ιδιωτικό βάρος, σαν «τίτλο ευγενείας» της δυστυχίας του. Και το έργο σε αναγκάζει να ρωτήσεις: είναι αυτό γενναιότητα ή πείσμα που αρνείται τη θεραπεία;

Γιατί στο τέλος, ο Μάνφρεντ δεν χάνει από τους δαίμονες. Χάνει από τον εαυτό του. Κι αυτό είναι το πιο ανθρώπινο, άρα το πιο τρομακτικό. Ο άνθρωπος δεν φοβάται το υπερφυσικό. Φοβάται τη στιγμή που θα μείνει μόνος με την ανάμνηση, χωρίς άλλοθι, χωρίς δικαιολογία, χωρίς την πολυτέλεια να πει «δεν ήξερα».

Ηχογράφηση: 1973 Σκηνοθεσία: Θάνος Κωτσόπουλος

Ακούγονται οι ηθοποιοί:

Νίκος Χατζίσκος-Μάνφρεντ

Νίκος Βανδώρος- αβάς

Δημήτρης Κοντογιάννης- Χέρμαν

Χρήστος Κωνσταντόπουλος- Άρμαν

Τιτίκα Νίκη Τσιγκάλου- πρώτη μοίρα

Έμη Σαράβα- δεύτερη μοίρα

Νατάσα Μιχάλη- τρίτη μοίρα

Νικηφοράκη-Νέμεση

Μαριάννα Αρβανιτίδου- μάγισσα

Αγγέλα Καζακίδου- φωνή και φάντασμα της Αστάρτης

Αντώνης Ξενάκης- πρώτο πνεύμα

Γιώργος Κατσάρας- δεύτερο πνεύμα

Δημήτρης Παπαγιάννης- κυνηγός

Σπύρος Παπαφρατζής- Μανί

Η τέχνη θέλει χρόνο. Ο χρόνος θέλει στήριξη

👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support

Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι

👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67

🔮 Angeli Georgia Storyteller of Light 🗝️

About the Podcast

Show artwork for Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργα
Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργα
ηχητικά θεατρικά έργα

About your host

Profile picture for Γεωργια Αγγελή

Γεωργια Αγγελή

Είμαι η Γεωργία Αγγελή, αφηγήτρια, ραδιοφωνική παραγωγός από το 2013, podcaster, youtuber και συγγραφέας. Από τα podcast μου θα ακούτε τη δουλειά μου. Μου αρέσει η λογοτεχνία, τα λαϊκά παραμύθια, η μυθολογία, οι ιστορίες σοφίας, το θέατρο από όλο τον κόσμο.